Η διατήρηση της μνήμης του Πόντου δεν είναι καθήκον μόνο των Ελλήνων- Έκθεση του G.Kola

8 Μαΐου 201820:14

«Φόρεσα τα καλά μου ρούχα, είχα μαζί μου ένα μικρό τσαντάκι με πενήντα χιλιάδες δραχμές, ένα καθρεφτάκι, ένα σαπούνι και το διαβατήριο χωρίς βίζα. Πήρα μαζί και το απόκομμα της εφημερίδας με άρθρο και φωτογραφία της εικόνας της Αγίας Παρασκευής που φιλοτέχνησα, μόλις έπεσε το καθεστώς των δικτατόρων Χότζα – Αλία”, αφηγείται με άπταιστα ελληνικά ο Αλβανός ζωγράφος, καθηγητής Καλών Τεχνών, Γιόργκι Κόλα (Gjergj Kola). Η μεγάλη οδύσσειά του «και ο Γολγοθάς”, όπως συμπληρώνει, τον έκαναν ένθερμο φιλέλληνα και περισσότερο φιλοπόντιο. Τα περίπου 400 έργα του, με θέμα «Γενοκτονία – Πόντος” βρίσκονται στην Ελλάδα, ενώ ένα μέρος των έργων εκτίθεται αυτές τις ημέρες στην πολυθεματική έκθεση «Πόντος – Δικαίωμα και Υποχρέωση στη Μνήμη (27 Απρίλιου- 27 Μαΐου)”, με την επιμέλεια του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη, στο περίπερο 2 της ΔΕΘ.

«Είναι ακόμα μια ευκαιρία να πω δημοσίως στους Έλληνες ένα μεγάλο ευχαριστώ για ότι έζησα μαζί τους”, είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Αλβανός καλλιτέχνης, ο οποίος το 1992, μόλις 23 ετών, καθηγητής ζωγραφικής και ιστορίας της Τέχνης στο Λύκειο της κωμόπολης Balldren κοντά στη πόλη Lezhe, αποφασίζει να φύγει μακριά από το χάος που κατέλαβε την διαλυμένη τότε Αλβανία. «Το σχολειό κατέρρευσε από την βόμβιστική επίθεση μπροστά στα μάτια τα δικά μου και των μαθητών μου. Ήταν αναπόφευκτο να φύγω. Την άλλη μέρα, παρέα με έναν 15χρονο μαθητή μου, που μου τον εμπιστεύτηκαν οι γονείς του, πήραμε το δρόμο προς την Ελλάδα”, τονίζει.

«Δραπέτευα από την Αλβανία, μια πατρίδα, όπου απαγόρευαν και να ονειρεύεσαι. Ήμουν έτοιμος να φύγω, να αντέξω! Τελικά άντεξα περισσότερα από όσα πίστευα. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να αναζητήσω την σωτηρία μου στην Ελλάδα. Μπροστά μου ήταν μια νέα ζωή δύσκολη, αλλά πίσω άφηνα μια ζωή ανυπόφορη με κίνδυνο την ίδια τη ζωή. Ταξιδεύαμε όλη τη νύχτα με τον μαθητή μου, φτάσαμε στο Άργος Ορεστικό Καστοριάς. Συναντήσαμε δυο αστυνομικούς με τη κλούβα. Ήταν ευγενικοί, δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, αλλά μας άφησαν να συνεχίσουμε το δρόμο … Αυτά τα ανθρώπινα στους Έλληνες με συγκινούν ακόμα σήμερα, που είμαι πολύ καλά, έχω την σύζυγό μου που με στηρίζει, τα παιδιά μου…”

Όπως αφηγείται οι πρώτες συναντήσεις με Έλληνες τον ξάφνιασαν, γιατί ο νεαρός τότε ζωγράφος δεν ένοιωσε καμιά ξενοφοβία εκ μέρος τους. «Δεν ήξερα ελληνικά, φοβόμουν, αλλά ήλπιζα ότι η εικόνα της Αγίας Παρασκευής θα «δείξει” στους ανθρώπους στην Ελλάδα, ότι δεν είμαι κακοποιός, είμαι ένας ζωγράφος ταπεινός. Πίστευα η φωτογραφία της εικόνας, θα βοηθήσει στο να μη φοβηθούν οι Έλληνες εμένα, τον Αλβανό”, λέει ο καλλιτέχνης από τη γειτονική χώρα που κατάφερε να μετέφερει στα έργα του την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του του στους ανθρώπους που γνώρισε τα πρώτα του δυσκολα χρόνια στην Ελλάδα.

Ειδικά αναφέρεται στα έργα του στο θέμα του Πόντου, της γενοκτονίας – μιας τραγωδία ανθρωπιστικής. Καταγράφοντας την ιστορία του Πόντου, στην ουσία αναφέρεται στην τραγωδία των γενοκτονιών, στην προσφυγιά που δεν έχει εθνότητα, εθνικότητα – θρησκεία… Στην ερώτηση: «Πως σε συγκίνησε το θέμα της γενοκτονίας των Ελλήνων Πόντιων”, απαντάει με συγκίνηση θέλοντας να πει πολλά: «Είμαι Αλβανός. Παρεξηγημένη εθνότητα, μας «ρεζίλεψε” το ακραίο φασιστικό καθεστώς, η Αλβανία, διαλυμένη στην αντίπερα όχθη της αναρχίας και της τρομοκρατίας. Ήμουν λαθρομετανάστης Αλβανός και όμως σε αυτήν την χώρα, την Ελλάδα, βρήκα κατανόηση, την υποδοχή από ανθρώπους που πέρασαν τα ίδια – την προσφυγιά. Όταν πέρασα τα σύνορα της Ελλάδας, μόνο μια βραδιά έμεινα μόνος, στο πουθενά. Τη δεύτερη μέρα στο χωριό Αλιάκμονας με κάλεσαν στο σπίτι. Με φιλοξένησαν δυο παππούδες που δεν ζουν πια. Με κάλεσαν όχι από ελεημοσύνη, αλλά με σεβασμό στο ξένο ταξιδιώτη, μουσαφίρη. Αυτά δεν ξεχνιούνται ποτέ!”.

Και συνεχίζει με φανερή συγκίνηση στη φωνή του: «Την άλλη μέρα ο παππούς έφερε χαρτί και μολύβι, κάθισε να με ποζάρει… Όταν τέλειωσα το σκίτσο, γέλαγε σαν παιδί. Πρώτη φορά είδε τον εαυτό του ζωγραφισμένο. Μετά ήρθε στη ζωή μου ο παπά-Γιώργης του χωριού. Πόντιος στην καταγωγή. Όταν με πήγε στο χωριό Καστανιά, έγινε η πρώτη μου συνάντηση με μια κοινότητα εντελώς άγνωστη για μένα. Για πρώτη φορά άκουσα τον κεμεντζέ (λύρα), είδα τους κυκλικούς χορούς, άκουσα πολλούς καημούς. Όλες οι οικογένειες με δέχτηκαν σαν φίλο. Ειδικά ο ένας παππούς, που είχε σωθεί από το μακελειό στον Πόντο, μου έλεγε πονεμένες ιστορίες της προσφυγιάς, δεν καταλάβαινα πολλά τότε, αλλά αισθανόμουν με τη ψυχή μου αυτά που έλεγε. Ζωγράφιζα τις ιστορίες του, έτσι, όπως τις αισθανόμουν. Ύστερα και άλλες οικογένειες μου πρόσφεραν πολλά, πάντα με σεβασμό. Ένας συγχωριανός, που είχε τρακτέρ, μου αγόρασε χαρτί, χρώματα, μολύβια, πινέλα. Όλο το Σεπτέμβρη του 1991 πήγαινα από σπίτι σε σπίτι, έκανα πολλά σκίτσα”.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αρθρογράφος

mm
Τμήμα Ειδήδεων Hellas Press Media
Η Hellas Press Media είναι το πρώτο ενημερωτικό Δίκτυο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Αν θέλετε να ενταχθείτε στο Δίκτυο επικοινωνήστε στο [email protected]