‘Καλύτερα Σκοτωμένη παρά Χωρισμένη’- Μια αληθινή ιστορία κακοποίησης και φόνου από τον Λουκά Κονανδρέα

24 Δεκεμβρίου 201613:05

Σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Όταν η παρθενία των κοριτσιών ήταν υπόθεση όλης της οικογένειας και η οικογενειακή τιμή θέμα ύψιστης αξιοπρέπειας. Μια αληθινή ιστορία οικογενειακής τιμής, που οδήγησε σ’ έναν αναγκαστικό γάμο και κατέληξε στο έγκλημα. Ένας συγγενής γεμάτος ενοχές, που κάνει σκοπό ζωής να αναδείξει την αλήθεια και τον ένοχο για το φόνο της αδικοχαμένης ξαδέρφης του. Μια Δικαιοσύνη που θα ήταν ένοχη, όσο και οι εγκληματίες, αν δεν υπήρχε ένας έντιμος ένορκος να μειοψηφήσει.

Ο γιατρός Λουκάς Κονανδρέας καταγράφει τη συγκλονιστική υπόθεση της δολοφονίας της θείας του Παναγιώτας, όπως την έζησε ο ίδιος μικρό παιδί μέσα στην οικογένειά του κι όπως την ερεύνησε ύστερα από εξήντα χρόνια, θέλοντας να αναδείξει την οικουμενικότητα της ανθρώπινης φύσης μέσα από μια ιστορία σ’ ένα μικρό χωριό της ελληνικής επαρχίας του 1950.

 

O συγγραφέας μιλάει στο ThessalonikiPress και μας ταξιδεύει αλλά και περνάει σημαντικά μηνύματα για την κακοποίηση των γυναικών.

Κύριε Κονανδρέα αποφασίσατε να μεταφέρετε στο χαρτί μια αληθινή ιστορία, στην οποία ενεπλάκη η θεία σας η Παναγιώτα που δολοφονήθηκε και ο πατέρας σας, ο οποίος έδωσε όλο του το «είναι» για να δικαιωθεί η μνήμη της. Για εσάς ήταν οδυνηρό ή απελευθερωτικό να επιστρέφετε νοερά ξανά και ξανά σ’ εκείνη την περίοδο κατά τη συγγραφή;

Για την δολοφονία της Παναγιώτας ήταν οδυνηρό, αφού χάθηκε μια τόσο ενάρετη γυναίκα, η οποία μάλιστα ήταν τότε για μένα, δεύτερη μάνα.  Όσον αφορά στον πατέρα μου και στις δυσκολίες που έφερε η υπόθεση στον ίδιο και στην οικογένειά του, ο χρόνος που πέρασε από τότε που συνέβησαν τα γεγονότα (1953) μέχρι τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο ήταν τόσο μεγάλος που οι πληγές είχαν επουλωθεί. Επιπλέον, στα μετέπειτα χρόνια η ζωή έφερε μόνο καλά στην οικογένειά μου. Δεν χρειάστηκε ποτέ να ανατρέξω στο παρελθόν για να ζητήσω αιτίες ή να βρω δικαιολογίες, καθώς δεν υπήρξαν αποτυχίες στο δρόμο μου. Μάλλον το αντίθετο συνέβη: Ήμουν περήφανος για τις ενέργειες του πατέρα μου και για τα αποτελέσματα που αυτές έφεραν τότε. Αυτές αποτέλεσαν κινητήριο δύναμη για τη δική μου γενιά και εύχομαι γι’ αυτές που θ’ ακολουθήσουν. 

Ποιος ήταν ο πιο καθοριστικός παράγοντας που σας οδήγησε να ξεκινήσετε να γράφετε αυτό το βιβλίο, παρότι είχε περάσει μισός και πλέον αιώνας από τη δολοφονία της Παναγιώτας;

Η αλήθεια είναι ότι για πολλά χρόνια περνούσε από το μυαλό μου η ιδέα του να γράψω γι’ αυτή την υπόθεση, η οποία είχε ταλανίσει τόσο την οικογένειά μας. Όμως η επιβίωση, οι σπουδές, το στρατιωτικό, η μετανάστευση, η δημιουργία οικογένειας, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις και οι καθημερινές έννοιες άφηναν στην άκρη αυτή μου τη σκέψη.
Ωστόσο, με το ξεκίνημα του νέου αιώνα, το όνειρό το διηγηθώ μέσα από ένα βιβλίο αυτή την ιστορία, ώστε να μην περάσουν στη λήθη η Παναγιώτα, ο πατέρας μου  και ο ένορκος Δημοσθένης Δαπόντες, με απασχολούσε πιο έντονα. Ο άνθρωπος που με παρακίνησε να ξεκινήσω ήταν η γυναίκα μου, η Τζόρτζια. Μετανάστης και η ίδια στα οκτώ της, με καταγωγή από το χωριό Βορδόνια Λακωνίας, η οποία έγινε dr. Ψυχολογίας. Αφού η ίδια αρνήθηκε έξυπνα να γράψει την ιστορία αντ’ εμού, με την αιτιολογία ότι μόνο εγώ που είχα τις μνήμες θα μπορούσα να γράψω με την καρδιά μου, με παρότρυνε να το κάνω. Και μάλιστα με βοήθησε πολύ σε όσες δυσκολίες συνάντησα. Διάβαζε καθημερινά τις 5-6 σελίδες που έγραφα. Με επικροτούσε ή διαφωνούσε. Ωστόσο, ούτε η ίδια, αλλά ούτε και εγώ πιστεύαμε ότι το βιβλίο θα έπαιρνε τόσο καλές κριτικές και ότι θα κέρδισε βραβεία, όπως τελικά συνέβη. Της έφτανε που θα υπήρχε καταγεγραμμένη για τους απογόνους μας μια ιστορία οικογενειακή, αληθινή, η οποία θα αφορούσε την Παναγιώτα και τον πατέρα μου.

Πως αισθανθήκατε όταν ολοκληρώσατε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου; Κατά τη διάρκεια της συγγραφής είχατε πισωγυρίσματα; Σκεφτήκατε να τα παρατήσετε;

Η ολοκλήρωση του πρώτου κεφαλαίου που ήταν στην πραγματικότητα η εισαγωγή του βιβλίου, μου έδωσε θάρρος και ελπίδα, ότι το έργο ήταν  πιθανώς κατορθωτό. Η συγγραφή του βιβλίου κράτησε δώδεκα χρόνια και σε όλη τη διάρκειά της δε σας κρύβω ότι συχνά είχα ενδοιασμούς και αμφιβολίες για το αν κάνω καλά που καταπιάνομαι με τη συγγραφή αλλά με μια τόσο απαιτητική έρευνα. Οι αμφιβολίες μου ενισχύονταν και από την πίεση που δέχθηκα από άτομα της οικογένειά μου, τα οποία ενοχλούνταν από ορισμένα πράγματα που είχα γράψει. Σιγά-σιγά, η ανασύσταση των χαρακτήρων, η συγγραφική αναψηλάφηση της υπόθεσης, η ανάδυση όλης εκείνης της εποχής και των ανθρώπων από το παρελθόν, μου προξενούσε ικανοποίηση και ανακούφιση, έτσι ώστε να συνεχίσω έως το τέλος.

 Η Παναγιώτα προτίμησε να πεθάνει, παρά να χωρίσει από τον άντρα της, όσο κι αν αυτός την κακομεταχειριζόταν. Θεωρείτε πως σ’ αυτή την απόφαση κατέληξε περισσότερο λόγω σφοδρού έρωτα ή από το φόβο του κοινωνικού περίγυρου;

Δύσκολη ερώτηση, αλλά με βάση το τι ξέρω, πιστεύω ότι στην αρχή ο έρωτας έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο καθώς μάλιστα είναι γνωστό ότι όλοι οι δικοί της, αν και βαθιά πληγωμένοι αμέσως μετά το τεστ παρθενίας, την προέτρεπαν να μην τον παντρευτεί και εκείνη αρνιόταν. Στη συνέχεια, όταν ήταν παντρεμένη η δύναμη του έρωτα είχε πλέον αδυνατίσει και στο νου της Παναγιώτας υπήρχε η ελπίδα ότι θα κάνει ένα παιδί που θα αλλάξει τα πράγματα και τον άνδρα της. Έκανε, λοιπόν, σ’ εκείνο τα στάδιο υπομονή. Στα επόμενα χρόνια, ο κοινωνικός περίγυρος ήταν πολύ πιο καθοριστικός, σε συνδυασμό με την πεσμένη ψυχολογία της Παναγιώτας. Υπάρχει μια μαρτυρία σχετικά με την ψυχολογία της: Κάποια στιγμή που πότιζε τις φασολιές της- δυο περίπου εβδομάδες προ του φόνου- και η γειτόνισσα της είπε για τον άνδρα της και την ερωμένη του  Κατίνα Θήμα που φιλιόντουσαν  στο μαγαζί του χωριού ( κεφάλαιο 16 του βιβλίου), η  Παναγιώτα της απάντησε ότι είχε πολλά βάσανα και κανέναν να τα πει. Ενώ είχε πολλούς, με πρώτο τον ξάδελφό της Θανάση που για χρόνια την προέτρεπε να φύγει για να σώσει τη ζωή της. Η Παναγιώτα ήταν τότε στο στάδιο της απελπισίας, χωρίς καθαρό μυαλό, ανίκανη να καταλάβει τον κίνδυνο που διέτρεχε. Η χρόνια κακοποίηση από τον άνδρας της την είχαν φτάσει στο σημείο αυτό.

Ο περίγυρος της Παναγιώτας τι μερίδιο ευθύνης είχε- έστω και ακούσια, για την τραγική κατάληξή της;

Το μερίδιο της οικογένειας ήταν μεγάλο στην αρχή, όταν την ανάγκασαν να υποστεί τεστ παρθενίας. Σύντομα όμως όλοι στην οικογένειά την συμβούλευαν να μην τον παντρευτεί, αλλά εκείνη αρνιόταν. Αργότερα, όταν ήλθαν οι πληροφορίες ότι ο άνδρας της προσπαθούσε να βρει άνθρωπο να την σκοτώσει, η ευθύνη δεν ανήκε στην οικογένειά της που την συμβούλευε να φύγει, αλλά στην ίδια και την κοινωνία του χωριού που με τον συντηρητισμό της δεν επέτρεπε σε μια γυναίκα να διαλύσει ένα γάμο, ακόμη και όταν η ζωή της ήταν σε κίνδυνο.

Χρησιμοποιώντας την ιδιότητά σας ως γιατρός τι θα συμβουλεύατε σήμερα τις γυναίκες που δέχονται την κακοποίηση μέσα στο ίδιο τους το σπίτι και δεν κάνουν το βήμα να φύγουν;

Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Οι τελευταίες στατιστικές μάλιστα κάνουν λόγο για αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας, με κύριο θύμα τη γυναίκα. Παρότι αυτή η αύξηση ενδέχεται να είναι πλασματική, καθώς τελευταία οι υπηρεσίες καταγράφουν δια νόμου τέτοια περιστατικά, είναι ωστόσο ανησυχητική. Τι συμβουλές θα έδινα σε μια γυναίκα: 

-Να αναγνωρίζει επακριβώς τι είναι όχι μόνο Φυσική αλλά και ψυχολογική και σεξουαλική κακοποίηση και να λαμβάνει μέτρα. Υπάρχει πολλές φορές η αντίληψη ότι «αφού δεν σε δέρνει  ο άνδρας σου όλα είναι εντάξει». Αλλά η ψυχολογική κακοποίηση φέρνει συχνά και την φυσική, καθώς αδυνατίζει την αξιοπρέπεια και την αντίσταση.

-Να μην τα κρατά όλα μέσα της, όπως έκανε η Παναγιώτα που δυο εβδομάδες πριν την δολοφονήσουν είπε σε μια συγχωριανή της «Έχω πολλά βάσανα και δεν έχω κανέναν να τα πω». Ενώ είχε. Να μιλά στους δικούς της και σε καλούς φίλους της και να ζητά βοήθεια. Να απευθυνθεί, επίσης, για βοήθεια σε κοινωνικές κρατικές προστατευτικές υπηρεσίες.

– Αν έχει παιδιά και φοβάται για το τι θα γίνουν, να καταλάβει ότι αν κακοποιείται η ίδια, τα παιδιά της το ξέρουν και αυτό θα τα επηρεάσει πολύ ψυχολογικά. Σύμφωνα με τις πιθανότητες και εκείνα θα υποστούν αργά ή γρήγορα κακοποίηση.

-Να μην διστάσει να πει «Αρκετά» όταν υπάρχουν υποψίες ότι η ζωή της είναι σε κίνδυνο. Να μην φοβηθεί να γίνει μέρος του 25% των Ελληνίδων (στις ΗΠΑ είναι 50%, στην Πορτογαλία και Ουγγαρία 68%)που είναι χωρισμένες. Να σκέπτεται «Καλύτερα Χωρισμένη Πάρα Σκοτωμένη».

  Ποια είναι τα μαθήματα ζωής που δίνει το βιβλίο σας;

Προτείνω  στον αναγνώστες  που θα διαβάσουν το βιβλίο να επιχειρήσουν να έρθουν στη θέση των ανθρώπων τις ιστορίας και να ταξιδέψουν στην εποχή τους και στις στιγμές που πιέζονταν να αποφασίσουν για κάτι που πολλές φορές αφορούσε  τη ζωή τη δική τους ή κάποιου άλλου. Θα διδαχτούν πολλά απ’ αυτούς, κι ας ήταν οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι, μερικοί μάλιστα και  αγράμματοι. Θα μάθουν, μεταξύ άλλων, πού οδηγούν οι γάμοι δια της βίας ή οι γάμοι  με κάποιον που έχει κακό ιστορικό, αλλά ο/η μελλοντικός/η σύζυγός αποφάσισε να το παραβλέψει ή δοκίμασε να τον/την αλλάξετε. Θα αντιληφθούν ότι το αποτέλεσμα της τυφλής υπακοής στις αναχρονιστικές κοινωνικές προκαταλήψεις και παραδόσεις έχει ακόμη και σήμερα καταστροφικές συνέπειες. Επίσης, ότι δεν πρέπει να τα κρατούν όλα μέσα τους, αλλά να σπάνε τη σιωπή και να μιλάνε για τα προβλήματά τους, να μην υπομένουν και να μην δηλώνουν  άνευ όρων αφοσίωση και αγάπη σε κάποιον που ασκεί βία. Και κάτι ακόμη: Ότι η θα πρέπει να υψώσουν τη φωνή τους και να μην αδιαφορούν, αν διαπιστώνουν ότι η δικαιοσύνη είναι σαθρή.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά κι έχει λάβει τις παρακάτω διακρίσεις στις ΗΠΑ:

  • Glogal Book Awards, Χρυσό βραβείο στην κατηγορία True Crime 2016
  • Readers Favorite Book Award, Ασημένιο βραβείο στην κατηγορία Nonfiction Cultural 2016
  • Χρυσό Βραβείο Beverly Hills Book Awards, κατηγορία True Crime, 2016
  • Χρυσό Βραβείο eLit Awards, Illuminating Digital Publishing Excellence, κατηγορία True Crime, 2016
  • Βραβείο Non-Fiction Authors Association, 2014

Ο Λουκάς Κονανδρέας γεννήθηκε στο Κουπάκι Φωκίδας. Είναι ένα από τα τέσσερα παιδιά του Θανάση και της Πολυξένης Κονανδρέα. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά τη στρατιωτική του θητεία και το «αγροτικό ιατρείο» μετανάστευσε στον Καναδά και στις ΗΠΑ για μετεκπαίδευση στην Ιατρική (Τορόντο, Σικάγο και Καλιφόρνια). Άσκησε επείγουσα ιατρική σε διάφορα νοσοκομεία της Καλιφόρνιας και στη συνέχεια μετακόμισε στο Κονέκτικατ, όπου οργάνωσε και διευθύνει μέχρι σήμερα ένα ιατρικό κέντρο επειγόντων περιστατικών. Είναι παντρεμένος με τη Γεωργία, η οποία είναι διδάκτωρ Ψυχολογίας και έχουν δυο γιους.

Διάθεση σε όλα τα βιβλιοπωλεία

Αρθρογράφος

mm
Τμήμα Ειδήδεων Hellas Press Media
Η Hellas Press Media είναι το πρώτο ενημερωτικό Δίκτυο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Αν θέλετε να ενταχθείτε στο Δίκτυο επικοινωνήστε στο info@hellaspressmedia.gr